Σάββατο 6 Απριλίου 2019

Μυθογονίες - Αθηνά Σχινά




Μυθογονίες

Η εικαστική «πραγματικότητα» είναι ένα διφορούμενο αίνιγμα που οι λύσεις του οδηγούν στην ουτοπία, αφ΄ ης στιγμής παρουσιάζονται όψεις του προσεγγίσιμου και του εφικτού που διαρκώς ανατρέπονται. Και οι πλέον ρεαλιστικές ακόμη εκδοχές του πραγματικού, φανερώνουν υποψίες και μηχανισμούς του υποσυνειδήτου που προσπαθεί ματαίως να αναστείλει την ροή και τις εξαλλαγές του χρόνου, με παράλληλη μια διευθέτηση των αισθήσεων της μνήμης και των εντυπώσεων που προκαλεί η συνεχώς μετερχόμενη καθημερινότητα.
Η Θωμαή Κόντου χρησιμοποιεί ως διαμεσότητα αυτήν την καθημερινότητα για να διαμορφώσει τις δικές της καταβυθίσεις στην ενδοχώρα του υποσυνειδήτου. Οι εικόνες της, πειστικές και απτές, λειτουργούν ως ακτινοσκοπήσεις των μεταισθήσεων του ορατού. Το παραστατικό της ιδίωμα και οι αλληγορίες του παραπέμπουν σε αρχετυπικές καταστάσεις, με εξοβελισμένο ωστόσο κάθε ιδεαλιστικό προσδιορισμό. Αντίθετα, τα έργα της και ο εικονισμός τον οποίο υποθάλπτουν, μετατρέπεται σε γέφυρα ανάμεσα στα φανερά και τα υποκρυπτόμενα, τις προθέσεις και τα απροσδόκητα, τα αποκαλυπτόμενα και τα λανθάνοντα που πάντα αναστέλλουν τις τάξεις της λογικής  με την υπονόμευσή της μέσα από το παράδοξο, όσο κι αν αληθοφανώς εκείνο παρουσιάζεται.
Όστρακα και καπέλα ναυτικών, κλαδιά ελιάς και φυλλώματα, χάρτινα καραβάκια και κόκκινες κλωστές του παραμυθιού, ευετηριακά ρόδια και πουκάμισα αδειανά φανερώνουν προσμονές και αποδρομές μιας μεταλλασσόμενης ζωής που παριστάνει και παριστάνεται ως σκηνοθεσία του εαυτού της. Ενέργειες και δράσεις, χειρονομίες και μετέωρες στάσεις, τυχαία και συμπτωματικά γεγονότα δημιουργούν τους «μύθους» των εικόνων της Θωμαής Κόντου, εκεί όπου το εφικτό παρουσιάζεται ως ανέφικτο και το σημασιολογικά επιλήψιμο ως ανεπίληπτο στα θέματά της, τα οποία η ζωγράφος επεξεργάζεται με διάφορα υλικά (ακουαρέλα, μολύβια, λάδι, αυγοτέμπερα κ.α.) μέσα από μια χειροτεχνικά λεπταίσθητη γραφή.
Η λεπταισθησία της γραφής στα μετουσιωτικά ρεαλιστικά θέματα της Θωμαής Κόντου μεταδίδει τον ανιχνευτικό και ψηλαφητό τρόπο με τον οποίο αρθρώνει τις φόρμες της, θέλοντας να τις κάνει ορατές και αυτο-οριζόμενες, όπως τα κελύφη που λειτουργούν ως μετασταθμοί της ζωής που αποδρά και της επόμενης που έρχεται να ενοικίσει σ΄ αυτά τα «σκηνώματα» της επιθυμίας και της φαντασίας. Τα «τοπία» της ωστόσο διαπνέονται από μια διάχυτη υγρασία, καθώς λάμπουν κάτω από ένα μεσούρανο φως που σβήνει τις σκιές απαλλάσσοντας τα «αντικειμενικά» δεδομένα από το βάρος της νοηματοδοσίας τους, χωρίς από την άλλη πλευρά να αφαιρείται η αίσθηση της υλικότητάς τους. Η χειρονομία ψαύει και ιχνοθετεί, μεταφέροντας κραδασμούς και δονήσεις σχεδόν ηχητικές, της τονικότητας και της διαβάθμισης των χρωμάτων μέχρι τα κράσπεδα της ψευδαίσθησης. Εκεί απ΄ όπου αρχίζει το μεταφυσικό ταξίδι της «αφήγησης» την οποία εντέλλεται η κάθε «εικόνα» αυτών των έργων.
Παρ΄ ότι διακρίνει κανείς δύο τάσεις να επικρατούν στην διαδρομική πορεία των έργων της Θωμαής Κόντου, αν προσέξει κανείς βαθύτερα, αντιλαμβάνεται την εσωτερική ενότητα αυτών των δύο κατευθύνσεων. Άλλωστε, σε αρκετά από τα έργα της συνυπάρχει, ο μετωνυμικός ρεαλισμός με την χειρονομιακή κι εξπρεσσιονιστική ελευθερία της λυρικής αφαίρεσης.
Υγρά τοπία του υποσυνειδήτου και ενός αθέατου κόσμου που ρευστοποιείται μέσα από τις κινήσεις και τις δονήσεις της χειρονομίας και του χρώματος, διαμορφώνουν λειμώνες του άφατου και εκρήξεις του πιθανού, μέσα απ΄ όπου γεννιέται, θροΐζει, ανατρέπεται, επανασυγκροτείται και ανασυστήνεται μια πλάση της ουτοπίας. Σ΄ αυτήν εμφανίζονται όντα αρχαγγελικά και μελαγχολικά, ως αισθήσεις της χαρμολύπης, αυτού του μεταιχμιακού συναισθήματος μέσα απ΄ όπου μπορεί να κυοφορηθεί κάθε νέα μορφοποίηση, πριν ακόμη λάβει την ονοματοδοσία της.
Τα «τοπία» της Θωμαής Κόντου μας παραπέμπουν, μέσα από τις εσωτερικευμένες τους αντιφάσεις, σε μια προ-λογική κατάσταση. Εκεί όπου όλα φανερώνονται «εξαίφνης», όπως οι αστραπές της αλήθειας και της απουσίας της, του χρόνου που ανακρατεί μνήμες και τραύματα συναντώντας εκείνος ο χρόνος διαστήματα χωροπλαστικά, όπου εντός τους δείχνουν να απέρχονται λύπες άλλο τόσο και χαρές, αναμένοντας και ευαγγελίζοντας το κάθε συμπαντικά νέο και επόμενο γεγονός της παρουσίας. Η διαπάλη της ύπαρξης είναι εντέλει εκείνη που σ΄ αυτά τα μυθογονικά τοπία φανερώνεται, φωτίζοντας σπιλωμένες από νοήματα και ταυτοχρόνως άσπιλες πραγματικότητες, φιλτραρισμένες μέσα από τις ώρες και τις ημέρες μιας βαθιάς νοσταλγίας. Μιας νοσταλγίας που εμφανίζεται σε κάθε λάμψη της ρομφαίας : στα σύνορα ανάμεσα στο πριν και στο μετά την Πτώση, στα προκείμενα και στα παρεπόμενα μιας καθημερινότητας, που αν και αποκαθηλώνεται, δεν εξαργυρώνει το παρελθόν της.

Αθηνά Σχινά
Κριτικός & Ιστορικός Τέχνης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.